FOLLOW:

SHARE

 σαν έρημα καράβια

Έχεις πάει; Εγώ όχι, πρώτη φορά!

Κοιμήθηκα ελάχιστα, η πτήση ήταν πρωινή και είχα 2,30 ώρες δρόμο μέχρι το αεροδρόμιο. Δεν κατάφερα να ηρεμήσω μήτε στο λεωφορείο. Είναι αυτή η λαχτάρα της αντάμωσης που σαν πειραχτήρι δε σε αφήνει να ησυχάσεις.

 

Στο αεροδρόμιο η ώρα κύλησε νερό. Νερό στο δρόμο μου να φτάσω στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη. Είδα τον πίνακα και χαμογέλασα. Κουβαλούσα σακίδιο, σακούλα, κασκολ, γάντια. Κουβαλούσα τραύματα, πληγές, ζόρια, σύννεφα. Κουβαλούσα εμένα ταλαίπωρη και ταλαιπωρημένη. Κουβαλούσα την προσμονή της αγκαλιάς.

 

 

Προσγείωσε ο πιλότος με το αστείο επίθετο το αεροσκάφος στην πόλη. Σα να έφερε την άνοιξη κάποιος σε κήπο που τα φυτά είχαν μαραζώσει. Πήρα το αστικό, ασφικτικά γεμάτο, όρθια και στριμωγμένη, έπεσε η τσάντα μου, γλίστρησε το πορτοφόλι μου και το διαβατήριο μου και εγώ αντί να σιχτηρίζω, απολάμβανα το κάθετι.

Μου είχε λείψει η Θεσσαλονίκη. Μου λείπει συνέχεια…

 

 

Η μέρα γέμισε και η νυχτά πλούτισε. Ξήμερωσε και το μαγικό πορτοκαλί αμάξι με καλοσώρισε αγάπη, ζεστασιά, ανάσες, γαλήνη. Άνοιξα το βαλιτσάκι που τοποθετώ σε μια άτακτη τάξη τις μνήμες. Πλέκονται η μια με την άλλη σοφά και δίχως ερμηνεία…

 

 

 

Ψηλαφούσα στη διαδρομή τις αποκαλύψεις που ετοιμάζονταν να με διδάξουν τον καινούργιο μου εαυτό. Τις οσφραινόμουν, το γενναίο τους άρωμα. Ένιωθα ασφαλής, ένιωθα στέρεα. Σπουδαίο ε; Είχα το εγώ και το εμείς αρμονικά τριγύρω μου. Έδιωξα το φόβο, τις φοβίες, τις διακοπτόμενες ανάσες, όχι ψέμματα, αυτές ήθελαν να έρθουν ως εκεί. Τις γαργαλάει η περιέργεια που πάω και τι κάνω. Άντε ελάτε… αλλά γνωρίζω καλά ότι δεν υπάρχει θέση για εσάς.

Η διαδρομή κέντησε εικόνες, μιλήματα και ιστόριες. Η δασκάλα, που φώλιασα μέσα της, είπε κάποια στιγμή για τη μουσική: “αυτές οι νότες βρίσκουν μεδούλι”, το ζωγράφισα στα σύννεφα.

Η σμίξη των ανθρώπων είναι πληθωρική κυρία με κόκκινα γοβάκια, φροντιστικη διάθεση και μελένια αύρα. Γεμίσαμε αγάπη η μία την άλλη, ζωντανά συναισθήματα στολισμένα με χριστουγεννιάτικα κοριτσάκια πλημμύρισαν το χώρο μέσα κι έξω. Όψεις γνώριμες ακόμα και τούτες που ήσαν άγουρες. Γυναίκες που προσπαθούν να φυσήξουν τη σκόνη που άλλοι ακούμπησαν στις ψυχές τους. Πριγκίπισσες που “τέρατα” τις έπιασαν κάθως έτρεχαν να ξεφύγουν, αλλά είναι πεισματάρες και θα ελευθερωθούν, και σε όλη αυτή την πορεία τα ουρλιαχτά τους παίζουν με το γέλιο γύρω γύρω. Το ονοματίζω Δύναμη.

 

 

Γίνηκε ο κύκλος, γίνηκε το αντίκρυσμα, γίνηκε το ζύμωμα και άρχισε να φουσκώνει. Αχ! Τέτοιο ζυμάρι να φούρνιζαν οι αρτοποιοί. Να ποιούσαν το τραύμα στιγμές γλυκές και ο κόσμος να γευόταν την φροντίδα, την έγνοια, το καλωσόρισμα φρέσκα και ζεστά.

Πόσα συναισθήματα χωράν σε έναν κύκλο;

Πόσα χρώματα μπορεί να καταγράψει ο ειδικός των χρωμάτων;

Ήμουν κουρασμένη, άυπνη και οι κόφτες ανασών στρογγυλοκάθισαν. Ένιωθα τα πόδια μου να φλογίζονται και την ψυχή μου να παλεύει. Ήθελα να κλάψω ή να ουρλιάξω; Ήθελα να εξαφανιστώ ή να μείνω μαζί τους εκεί για περισσότερο απ’ το συμφωνημένο; Ήθελα να μη σκέφτομαι ή να τα βάλω σε τάξη; Ξαφνικά άρχισε να χιονίζει! Ναι ναι να χιονίζει… Η φύση μου απάντησε:

“Θέλεις να ζήσεις το παρόν ακριβή μου. Μην αφήνεις πολεμοχαρείς σκέψεις να σε ακουμπήσουν. Δεν σου πρέπει.  Στέλνω τις δικές μου ελεύθερες πριγκίπισσες να συνεπάρουν όλες εσάς τις υπέροχες. Όλα τα σ’ αγαπάκια μου καλοντυμένα για τη γιορτή της μετάβασης σας.”

 

 

 

 

Ξημέρωσε ένα Σάββατο με αναπνοές καθαρισμένες κάτασπρες, με ονειροπόλους συνοδοιπόρους μα κυρίως: με τη συνειδητοποίηση ότι η σύνδεση είναι η φύση μας και η φύση δεν κάνει λάθος.

Άκου

Μην κρίνεις

Αφέσου

Παρατήρησε

Νιώσε

το Ρήμα νιώθω όμως δεν παίρνει προστακτική, υπάρχει μια κατηγορία ρημάτων, θα σας μιλήσω μια άλλη φορά για αυτά, που δεν προστάζονται συναισθηματικά. Το ρήμα νιώθω είναι άγριο άλογο, καλπάζει μέσα στα λιβάδια, γουστάρει και δεν το προστάζει κανείς.

Το χιόνι καθάριο, σκέπασε το έδαφος και τα δέντρα, τα αμάξια και τα σκουφιά μας.

 

 

 

 

Συμβολισμοί ισχυροί αυτή η χιονόπτωση. Η γέφυρα που μας περνάει απέναντι είναι αυτή που μας οδηγεί στον άλλο μας εαυτό. Οι νιφάδες λιώνουν, οι πληγές καθαρίζονται. Οι νιφάδες που η κάθεμια είναι διαφορετική με δανδελωτά σχέδια μα ενωμένες δημιουργούν τα σκεπάσματα της Γης να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί.

 

Νιώσαμε τη ζεστασιά η μια της άλλης, ελευθερώσαμε την αγκαλιά και το χάδι, αντικρύσαμε τα βουρκωμένα μάτια, ακούσαμε τις κραυγές μας, εμπνευστήκαμε  από τον καθαρό λόγο των καθοδηγητριών μας (Υπάρχει αυτή η λέξη; αν όχι είμαι η εφευρέτης της) και την αυθεντική τους ύπαρξη, γελάσαμε εκπνέοντας χαχανητά θησαυρούς, βιώσαμε την υποστήριξη και την ενίσχυση, βυθισμένες στους ήχους ανατριχιασαμε. Τα πρόσωπά μας για άλλη μια φορά είπαν την αλήθεια.

Περάσαμε τη “γεφυρά” μας και ξεμπερδέψαμε ή ορθότερα ξεκινήσαμε το ξεμπέρδεμα των μπλεγμένων κομματιών μέσα μας.

Με έπιασε από το χέρι και περπατήσαμε παρέα, με οδήγησε να ανασάνω και μου ουράνησε τον μελλοντικό μου εαυτό. Αλεξάνδρα; κι εγώ σ’ αγαπώ…

Χάθηκα στα βλέμματα και απολάμβανα αυτές τις πτήσεις που μου κάνουν καλό. Έμαθα μπιρίμπα και στην Κρήτη τώρα έχω το μπιριμπάκι μου. Νοστιμίστηκα σούπες ζεστές και υπερχείλισα derby και caprice, με ζέστανε ένα Hennessy που αγνοούσα, έπαιξα χιονοπόλεμο χωρίς γάντια και κάπνισα στην ησυχία.

Τα βιωματικά αυτά είναι για το καλώς καμωμένα σωστά Γιάννα;

Η Βάλια Κάλντα μας καλοπήρε γιατί μας θέλει ξανά κοντά της. Γιατί εμείς οι χιονονιφάδες στο ΜΑΖΙ φτιάχνουμε το ΘΑΥΜΑ!!!

Η γέφυρα μας με νότες

.

.

.

 

Εδώ είμαι εγώ με την ψυχοθεραπεύτρια μου και τα buddies ΜΟΥ. Η αγάπη μόνο ξέρει!