Είχε προτεραίοτητα ένα κείμενο για τον ημιμαραθώνιο στο Remich αλλά τα δάχτυλα δε λογαριάζουν τέτοια.
Τα δάχτυλα που κάποιες μέρες με προδίδουν, αφού πονάνε και δεν αισθάνονται δύναμη να καταφέρουν να βαστήσουν κάτι. Εκτείνεται ένας δρόμος βαρύς μέχρι τον αγκώνα. Ο αντίχειρας μόνο τον περπατάει και αδρανεί, τα υπόλοιπα τέσσερα επιμένουν και προσπαθούν.
Η Αλεξάνδρα, στις συναντήσεις μας, ναι τις συνεδρίες οκ, μου επαναλαμβάνει, έχεις ένα τεράστιο εργαλείο στα χέρια σου. Εχθές που το ξανάπε αποκαταστάθηκαν ορισμένες αδρανείς αισθήσεις μου. Ωρίμασε η σιγή και πέφτοντας στο έδαφος, ρόδι σπασμένο με τα ρουμπίνια του ακαταμάχητα ερωτεύσιμα έμοιαξε. Εχθές ξεκρέμασα απο το λαιμό την ανυπακοή μου να καταναοήσω ποιά είμαι και της άνοιξα την πόρτα να λευτερωθεί και αυτή. Της εξήγησα τι συνέβη και με το φευγιό της ένα μόνο να θυμάται της ζήτησα: να χορτάσει αποδράσεις!
Ελεγειακά τα κείμενα μου, μα η φύση αυτό με προσκαλεί από μικρή να αντιπροσωπεύω. Έκανα τις προσπαθειές μου για το φαιδρό μα ήταν δήγμα επίχρυσο. Μόνο το αυθόρμητο, κι ας είναι ολιγόλεπτο, γεύομαι σαν ροζ λεμονάδα ξεδιψαστική.


