Τα μαλλιά της μαύρα, το δέρμα της λευκό…
Τα μαλλιά μου ξανθά, το δέρμα μου λευκό…
Από την τρίτη δημοτικού μετακομίσα σε άλλο σχολείο. Καθίσαμε μαζί, μέχρι την έκτη δημοτικού. Ελπίζαμε ότι έτσι θα πάει και στο γυμνάσιο αλλά τα επίθετά μας είχαν άλλη άποψη.
Περάσαμε τόσα πολλά μαζί. Μέναμε πολύ κοντά κι ήταν εύκολο, να πάω σπίτι της, να έρθει αυτή, να βρεθούμε στο πάρκο.
Πηγαίναμε για ποδήλατο, είχε ένα ροζ με λευκό καλαθάκι, είχα ένα μωβ με λευκό καλαθάκι… σα να τα βλέπω. Όταν μου το αγόρασε ο μπαμπάς μου μετρούσα τα λεπτά να ανέβω και να πάω στο σπίτι της να της το δείξω και να ξεκινήσουμε τις βόλτες.
Μιλούσαμε στο τηλέφωνο ώρες πραγματικά ατελειώτες, να κατάφερνε η μνήμη μου να ανακαλέσει τι λέγαμε τόσες ώρες; Θυμάμαι μια φορά που τηλεφωνούσε η μαμά μου, να της πάω κάτι στη δουλειά και ήταν διαρκώς κατειλημμένο, απούσας δεύτερης γραμμής τα χρόνια εκείνα. Έσκασε λοιπόν η μάνα μου και ήρθε σπίτι και με περιέλαβε…
Πηγαίναμε μαζί στην εκκλησία όταν ξεκινούσαν οι χαιρετισμοί και τρώγαμε εκείνες τις καραμελίτσες τις κόκκινες με τη ζαχαρίτσα τριγύρω, πάνω στο γυναικωνίτη.
Πηγαίναμε μαζί και λέγαμε κάλαντα, μετά μετρούσαμε τι βγάλαμε και λέγαμε τι θα τα κάνουμε…η παιδικότητα με την αφέλεια πλάι πλάι.
Πήγαμε μαζί κατασκήνωση, στην Αθήνα στον Άγιο Ανδρέα, μια άθλια κατασκήνωση, μα εμάς το μόνο που μας ένοιαζε ήταν που θα ήμασταν παρέα.
Στο λύκειο είχαμε παίξει μαζί στην ίδια παραστάση και στην τρίτη λυκείου ήμασταν ξανά στην ίδια τάξη.
Έχω ακόμα κρατημένες τις κάρτες που μου έστελνε απο την Κρήτη και την Αμοργό. Μου μιλούσε για την Αμοργό της και ήταν τόσο ζωντανές οι περιγραφές της, για τις παραλίες, το μοναστήρι, τον ήλιο του νησιού… Ξεπηδούσαν απ’ τα λόγια της εικόνες μπροστά μου που αν άπλωνα το χέρι μου τις έπιανα.
Φοιτήτριες μείναμε στο ίδιο σπίτι και γελάσαμε, κλάψαμε, μαλώσαμε, χορέψαμε, σβήσαμε κεράκια. Ότι δηλαδή πρέπει να έχει μια φιλία για να ισσορροπήσει.
Χώρισαν οι δρόμοι, αναπόφευκτο. Οι καρδιές μας όμως δεν ξεκόλλησαν ποτέ. Δεν είναι μόνο η δική μου αίσθηση, ξέρω πως ότι ώρα και να την πάρω τηλέφωνο, σε όποιο γεωγραφικό σημείο και να είμαι θα φέρει τον κόσμο ανάποδα για να με βοηθήσει.
Την άνοιξη που συναντηθήκαμε τυχαία στην πόλη μας, η αγκαλιά μας ήταν τόσο σφιχτή που μαρτύρησε τα πάντα.
Εχθές ήταν τα γενέθλιά της και ένω πάντα τη σκέφτομαι ΟΛΗ μέρα τελικά δεν την παίρνω να της ευχηθώ.
Εχθές κατάλαβα το γιατί, ίσως τώρα βοήθησε η ξενιτιά.
Μου λείπουν τα παιδικά μας χρόνια, για αυτό. Όχι δεν είναι η δικαιολογία μου. Μου λείπουν και τα θέλω πίσω για λίγο. Θέλω να γίνω μικρή με τα ρόζ κοκαλάκια, όπως τραγουδάει και ο λατρεμένος Φοίβος, να πάω στο σπίτι τους, να τη φωνάξω δυνατά, να βγει στο μπαλκόνι η μαμά της και να μου πει “κατεβαίνει τώρα κορίτσι μου”. Να βάλουμε τα πόδια στα πηδάλια και βουρ, να φάμε παγωτό στο πάρκο και να ακούγεται το ποτάμι, να λέμε μυστικά και να νυχτώσει. Θέλω να αποκοιμηθώ με αυτές τις εικόνες και να μην τις πάρει ο χρόνος το ξημέρωμα.
Είσαι η παιδική μου φίλη και σε αγάπω για όλα όσα ζήσαμε και σε ευχαριστώ για όλες τις αναμνήσεις που κουβαλάω απο τις στιγμές μας.
Χρόνια σου γλυκά σαν τις κόρες σου, γελαστά σαν τα παιδικάτα μας…
photo via pinterest


