FOLLOW:

SHARE

Άγριος μπήκε Άγριος αποχωρεί ο Φλεβάρης

Κάθισα για έναν καφέ μόνη χτύπησε το κινητό βίντεοκληση είδα τα μάτια της πρησμένα κατάλαβα

Πέθανε η γιαγιά

Δεν γνώρισα άλλη, τούτη μόνο

Εγώ, ξέρεις τη φώναζα γιαγιος δεν ξέρω γιατί

Είχε τα πιο καλλιτεχνικά μάτια του κόσμου

Ήθελε το σπίτι και την αυλή πάντα καθαρά

Στον πεσκο έψηνε ψωμί και έβραζε μαρμελάδες και σάλτσες

Το έλατο μεγάλο αγέρωχο στην αυλή όμορφο

Όταν με έτριβε στο μπάνιο και όταν μου ξεμπλεκε τα μαλλιά πω πω πόνο να νιώσεις αλλά μετά αστραφτα σαν ασημικο

Μας είχε στην αναμονή έξω στην αυλή πρώτη του χρόνου για να της κάνει ποδαρικό ο αδερφός μου, διαφορετικά δεν έμπαινε κανείς

Είχε στείλει τον παππού μου στη Σκύδρα ένα Σάββατο πρωί να μου πάρει κέντημα, έπρεπε να μάθω να κεντάω

Δώδεκα αδέρφια ήταν αλλά έμειναν έξι, τα άλλα πέθαναν μικρά

Είχε έρθει μια φορά στο φοιτητικό μου σπίτι, έκανα παστίτσιο, με ρώτησε περήφανη εσύ το έκανες γουρπανι μου;

Μου έλεγε να κοιτάω το τρακτέρ του παππού να γίνει ίσια η χωρίστρα όταν με χτενιζε

Είχε πάντα κρυμμένα σοκολατάκια noisette

Γιωργι τη φώναζαν στο χωριό

Θα έχω στον ουρανίσκο μου αιώνια τη γεύση από τη μαρμελάδα ροδάκινο για πρωινό και τον ζεστό τραχανά για βραδινό

Τις Κυριακές που πήγαινα μου έκοβε τριαντάφυλλα για να τα πάω στην κυρία μου στο δημοτικό την Δευτέρα το πρωί

Έλεγε στη μαμά μου, θα την αφήνεις να στρώνει το κρεββάτι κι ας μην το κάνει καλά, μετά εσύ κρυφά σιαξτο

Τελευταία φορά που την είδα μου είπε: “ξέρεις ο νέος λαχταρά αμα κι ο γέρος θέλει”

Πέντε παιδιά, έντεκα εγγόνια και έξι δισέγγονα

Ήταν η εστία και την κρατάω όρθια να μιλάει, να μουρμουρίζει, να βάζει τα κλάματα στο άδικο και στο πονετικο και να μου δίνει συμβουλές ευχές

Όλη μέρα μέσα μου σήμερα την ακούω να μου λέει μην κλαις γιάβρουμ, εδώ γύρω θα είμαι πουλοπομ, αχ αρνάκι μου να λελεβω τα τσαχουρικα τα μάτια σου και τα κατσίας

Σε μια φωτογραφία της την αποχαιρέτησα με ευγνωμοσύνη για όσα έζησα δίπλα της

Γιαγιος μου σήμερα θα ξημερώσει δίχως εσένα ο κόσμος και στην κηδεία σου εγώ δεν θα είμαι. Δεν κατάφερα να είμαι εκεί, προσπάθησα να ξέρεις. Βάρος ασήκωτο η απόσταση γαμωτο

Τα δάκρυα μου γίνηκαν τόσα πολλά που έφτασαν εκεί στο μέτωπο το κρύο σου.

Η κόρη μου με ρώτησε μαμά σήμερα τι όνειρο θέλεις να δεις;

Κάτι όμορφο αλλιώς καλύτερα να μη δω τίποτα

Γιαγιά μου; Θα έρθεις εσύ αέρινα απόψε;

 

 

.

.

.

Ξέρω η μέρα τιμά και διεκδικεί για τους ανθρώπους που χάθηκαν άδικα δύο χρόνια πριν και θα είμαι και εγώ στη συγκέντρωση της χώρας που ζω. Υπάρχουν ωστόσο και οι απώλειες που ναι μεν κλείνουν ομαλά τον κύκλο της ζωής ωστόσο πονάει γιατί ήταν μεγάλος, πολυπληθής και αλησμόνητος κύκλος…

Αντίο γιαγιά μου