δε θέλω να γράψω τίποτα μόνο τους παρακάτω στίχους απο την αρχαία τραγωδία του Ευρυπίδη “ΕΚΑΒΗ”
ΧΟΡΟΣ
Τί θες να πεις;
Για το χρυσάφι τον αφάνισε;
ΕΚΑΒΗ
Πώς να τα πεις τ᾽ ανείπωτα;
Πώς να ιστορήσεις
όσα
δεν βάζει ο νους;
το κρίμα
το αβάσταχτο; Και
πού ᾽ναι ο ιερός
ο νόμος, που τους
ξένους προστατεύει;
Άντρα καταραμένε,
πώς το μπόρεσες
τη σάρκα ενός
παιδιού να μακελέψεις
με σίδερο, ούτε
λίγο σπλάχνος
δεν είχες μέσα
σου;
ΧΟΡΟΣ
Δόλια, κάποιος
θεός, σκληρός μαζί σου,
σου φύλαε τόσα
πάθη, που άλλος άνθρωπος
δεν γνώρισε.
.
.
.
ΕΚΑΒΗ (προς τον Αγαμέμνονα)
Εξόν κι αν θα ᾽λεγες τη Δυστυχία την ίδια.
Άκουσε, ωστόσο,
για ποιό λόγο πέφτω
στα γόνατά σου.
Αν βρίσκεις δίκαια
τα όσα έχω πάθει,
να το στέρξω. Αν όμως
το αντίθετο
νομίζεις, τότε
τιμώρησέ μου εσύ
τούτο τον άνθρωπο,
τον φίλο τον
αχρείο όσο κανείς, που,
δίχως να φοβηθεί
μήτε τους θεούς του Κάτω Κόσμου,
μήτε και τους
ουράνιους, έπραξε
το έργο το
ανόσιο.
Πολλές φορές
καθίσαμε μαζί στο ίδιο τραπέζι
κι ήταν
καλόδεχτος σαν ο πρώτος μας φίλος.
Πήρε τα πρέποντα
κι όταν ανάλαβε
μια φροντίδα, μου
σκότωσε τον γιο μου,
κι ούτε καν έναν
τάφο δεν του ᾽δωσε,
αλλά τον πέταξε
στα κύματα. Εγώ, βέβαια,
είμαι σκλάβα κι
αδύναμη άλλο τόσο.
Δυνατοί όμως
είναι οι θεοί κι ο νόμος τους
που μας
εξουσιάζει· αυτός ο νόμος
μας οδηγάει να
πιστεύουμε στα θεία
και να ζούμε
χωρίζοντας τα δίκαια
από τ᾽ άδικα. Κι αν ο νόμος χαλάσει
στα χέρια σου, κι
αν δεν τιμωρηθούνε
οι φονιάδες των
φίλων κι όσοι απλώνουν χέρι
ληστρικό στα
ιερά, τότε καμιά
δικαιοσύνη στον
κόσμο δεν υπάρχει.
Σκέψου, λοιπόν,
πόσο αισχρό ήταν αυτό
και λυπήσου με.
Δείξε λίγη συμπόνια,
στάσου σε κάποια
απόσταση, όπως στέκει
ο ζωγράφος, και
μελέτησε
όσα πάθη
φορτώθηκα.


