Κλειδωμένο το πορτάκι κι ούτε κάποιο στίγμα πως και ποιος θα γυρίσει το κλειδί.
Κυριακή σούρουπο κατεβαίνει η Άννα Μαρία κολλάει μια αγκαλιά στο σώμα μου και με ένα χαμόγελο αλλοτινής εποχής μου λέει: “τι όμορφα κείμενα που γράφεις μαμά”.
Στο κεφάλι μου μέσα αόρατο χέρι κεντάει πόνους, περνώντας την κλωστή από το αυτί στο μάτι και σταυροβελονιά, μα εκείνη τη στιγμή, φυσαλίδα ετών έντεκα, το γραπωσε για μερικά λεπτά και το πέταξε μακριά…
Άκουσα έναν ήχο μεταλλικό, τι είναι;
Ξεκλειδώσε το πορτάκι, σε εκλιπαρώ κάνε μια βόλτα έξω.


