FOLLOW:

SHARE

την Κυριακή το βραδύ αγχώθηκα. Σκεφτόμουν ότι κακώς το κανόνισα. Θα καθόμουν σπίτι μου, στο γνώριμο μου περιβάλλον και «τι δουλειά έχεις τώρα να τρέχεις εκεί; Κι αν κάτι συμβεί; Τι θα κάνεις;». Πιάστηκε το στομάχι μου και ένιωθα την ένταση να μαστιγώνει στο λαιμό, τον αδένα που με βασανίζει από δέκα χρονών. Ήταν όμως αδιανόητο να το ακυρώσω. Όχι, μου έλεγε μια φωνούλα μέσα μου, θα πας.

Έτσι λοιπόν ξημέρωσε η Δευτέρα, ετοιμάστηκα στολίστηκα, καρφίτσωσα και την Ιόλη πάνω μου για παρέα και βουρ! Σταμάτησα στο φούρνο της γειτονιάς για καφέ και φρούτα αντί πρωινού. Ο ακριβοθώρητος ήλιος κάπως εμφανίστηκε στον ουρανό και στο πρόσωπό μου. Μέσα στο τρένο είναι ιδανικά, έχεις χώρο, έχεις θέα, έχεις χρόνο, έχεις μουσική, έχεις ηρεμία. Έβαλα τα ακουστικά μου, διάλεξα ένα podcast για την ιστορία που κρύβεται πίσω από την δημιουργία των κοσμημάτων prigipo {#giatioxi σε ευχαριστώ}, ακούμπησα το κεφάλι μου και βούτηξα στα ονειρά μου. Ο φόβος; Να ‘ταν κι άλλος, τον κατατρόπωσα.

Μέσα σε μισή ώρα έφτασα στην Arlon, άλλαξα τρένο και αφέθηκα. Πέρασαν οι ώρες και λίγο πριν τη στάση μου, έβγαλα τα πινέλα και με μπογιάτισα. Γλιστράω λοιπόν στο σταθμό κι αρχίζω να κυνηγάω την ουρά μου, πάω απο τη μια έξοδο δε βλέπω κάτι σε μέσο μεταφοράς που να γράφει τον ίδιο αριθμό με αυτό που λέει η μαντάμ στο κινητό. Πάλι μέσα, βγαίνω από άλλη πλευρά, αποτυχία κι εδώ. Σκέφτομαι να ρωτήσω κάποιον αλλά μέσα μου υπάρχει ένα πολύχρωμο τρελοκομείο που φωνάζει: «Μην τυχόν!!!». Άντε λέω θα σου κάνω το χατήρι…

Θαρρώ πλήρωσα 4 εισιτήρια για μια διαδρομή με το μετρό και κανένα για το λεωφορείο και ευτυχώς χωρίς συνέπεια πέραν την οικονομικής. Όταν αντιλήφθηκα ότι τα κατάφερα, όταν είδα στο κινητό να μειώνεται η απόσταση όσο βαδίζω προς τη σωστή κατεύθυνση τόσο απλωνόταν οι άκρες των χειλιών μου και έσπρωχναν τα μάγουλα να κάνουν ρυτιδούλες. Έφτασα και δεν έβρισκα την πόρτα του μαγαζιού, και ακούω «Δημητρούλαααα απο εδώ!!!» και βλέπω την Αλεξάνδρα όχι όχι βλέπω την Αλεξάνδρα ΜΟΥ. Μια ψυχοθεραπεία δίπλα το ποτάμι στις Βρυξέλλες και ο ήλιος να σιμώνει κι άλλο. Ένιωθα ότι νίκησα το φόβο, τον έβλεπα έτσι που μαζεύτηκε σα σκουπιδάκι κι χαμογελούσα ειρωνικά.

Ήπιαμε ένα κρασί, άφησα από μέσα μου να ακουστούν τα λόγια της ηχούς μου και εκείνη έβγαλε τα φυλαχτά που είχε στο μαγικό της πουγκί, τα γυάλισε και μου τα πέρασε τρυφερά για άλλη μια φορά στο λαιμό, μέχρι την επόμενη φορά, που πάλι μάλλον θα τα έχω ξεχάσει κάπου και αυτά θα σκονιστούν.

Περπατήσαμε αγκαζέ και ήρθε η ώρα να χωριστούμε.

Έλα σε θέλω όρθια ε; Ναι βρε στην παλιά τώρα;

Η επιστροφή ήταν πιο εύκολη. Στην ώρα μου στο σταθμό πήρα την άνασά μου και λέω σούπερ είσαι! Εκείνη τη στιγμή κάποιος λογικά πήρε τις σκέψεις μου, τις έκανε επιτραπέζιο και γλέντησε για τα καλά. Άκυρο το δρομολόγιο για Λουξεμβούργο due to signal problem. Εντάξει δεν πειράζει το επόμενο δείχνει ότι θα αναχωρήσει κανονικά, σε μια ώρα. Η μπαταρία στο κινητό, μου σφύριξε ότι έχει μια δουλειά και λέει να εξαφανιστεί. Τα μαγαζιά αρχίζουν να κλείνουν. Έξω νυχτώνει. Η μπαταρία φεύγει αλλά η ψυχραιμία μου κάτι σαν άγαλμα, ακλόνητη! Βρίσκω φορτιστή να αγοράσω, κάθομαι να φέρω πίσω τη madame batterie

Καθώς περιμένω με ακούει ένας χαμογελαστός νεαρός ότι μιλάω ελληνικά και μου λέει: «τι κάνεις; Είσαι καλά; Είμαι απο το Μαρόκο και μιλάω ελληνικά. Καταλαβαίνεις» και μου κλείνει το μάτι… οκ ναι καταλαβαίνω αλλά φεύγει το τρένο μου οπότε «Excusez-moi». Ανεβαίνω λοιπόν στην πλατφόρμα μπαίνω μέσα στο βαγόνι. Βγάζω τα εργαλεία του ταξιδιού ήτοι: ακουστικά, κινητό και κάτι να τσιμπήσω. Περνά περνά η ώρα σαν κρέμα σαντυγί αλλά ακίνητο το τρένο, μήτε μπρος μήτε πίσω.

“Mesdames et Messieurs, veuillez s’il vous plaît porter attention.”

Ούτε αυτο το δρομολόγιο μπορεί να γίνει, μάλλον το signal problem ήτο μεγάλο. Το στομάχι μου στο μεταξύ ανέγγιχτο, ούτε λίγο για τους τύπους να μαζευτεί.

Ας δω για δωμάτιο καλύτερα, νουνίζω, που θα έλεγε και η γιαγιά μου. Δε βρίσκω κάτι εκεί κοντά. Βρίσκω όμως μια υπάλληλο του σταθμού. Θα φύγετε μου λέει με το τρένο που πάει Namur, θα κατεβείτε εκεί και θα σας περιμένει λεωφορείο να σας παω στο Λουξεμβούργο.

Ξανά μέσα σε άλλο τρένο. Έλα το ‘χουμε, πιστεύω σε ένα καλό μου!! Μπορείς!!! Εδώ μπόρεσα εγώ σήμερα να κάνω τόσες νίκες… ε;

Ξεκινάει αυτό, ξεκινάω κι εγώ τις μουσικάρες. Έρχεται ο ευγενέστατος κύριος να ελέγξει το κόμιστρο και μου λέει δε θα κατεβείτε στη Namur. Γιατί καλέ μου άνθρωπε εμένα μου άρεσει να κατέβω στη Namur, εγώ Namur και τα μυαλά στα κάγκελα είμαι. Θα κατεβείτε στο τέρμα του δρομολογίου και θα σας περιμένει εκεί λεωφορείο. Εκεί πάνω ήθελα να κάνω λόγια τις σκέψεις μου: «έλα πλάκα μας κάνεις πες το γιατί προς στιγμή νομίζα ότι σοβαρολογείς». Κάνει κάτι σα χαμόγελο και μου λέει “Je suis désolé.”

Εντέλει, αγαπημένα πλάσματα κατέβηκα στη Marche-en-Famenne, πήρα το λεωφορείο μαζί με τον υπόλοιπο ταλαιπωρημένο κόσμο, περάσαμε από 2 πόλεις ακόμα και finally safe at home!!! Άδεια απο κουράγια αλλά έβλεπα φλογίτσες και εγώ με μαγικό χορό πηδούσα από πάνω τους.

Ήταν ένα ταξίδι που θα το ξανα εκάνα γιατί το κρυφτό με την ψυχή, η παλαβομάρα, η εμπειρία, η αγκαλιά με τη θέληση, οι στιγμές απελευθέρωσης, η σιωπή, οι σκέψεις, οι νότες, η βροχή, η εσωτερική φωνή, το βάθος της νύχτας, το ποτάμι, το φως, το σκοτάδι, το δειλινό, η Μιμίκα μου, αποτέλεσαν συμμαχία και αισθάνθηκα ότι ΚΑΤΑΦΕΡΑ κάτι που δεν πίστεψα ποτέ ότι μπορώ.

Όσο για τον φόβο; Ναι μέσα στη νύχτα εμφανίστηκε ξανά με κατέβρεξε με ίδρωτα και σήμερα το πρωί μαζί ηπιάμε καφέ.

Του έλειψα, λέει

Ετοιμάζω ταξίδι μοναχά για πάρτη σου, του απάντησα και ας έσυρα στη μέρα μου δάκρυ και λάσπη.