Είναι απόγευμα Δευτέρας. Εγώ συγυρίζω, αυτές παίζουν. Στέκομαι κάπως κρυμμένη και τις ακούω. Τι δυνατές στιγμές που προσφέρουν τα παιδιά. Όχι τα δικά μου ή τα δικά σου. Τα παιδιά του κόσμου όλου. Αλλάζουν τις φωνές τους, δημιουργούν με τη φαντασία κόσμους και αντικείμενα, μοιράζουν ρόλους και λόγια. Είμαι ήσυχη κάποιες φορές ότι μεγαλώνουν όσο καλύτερα γίνεται. Κάποιες άλλες στιγμές πάλι εστιάζω στα λάθη μου και στα στραβά, σε κενά που αφήνω ακάλυπτα και σε συμπεριφορές μου που ήταν τόσο εσφαλμένες. Όταν με βλέπουν στενάχωρη ή κλαμμένη αντιδρούν συγκινητικά. Νιώθουν ότι είναι υπεύθυνες να επαναφέρουν χαμόγελο στα χείλη της μαμάς. Μικρά χεράκια σου σκουπίζουν δάκρυα και ρωτάει – ζητάει το Αννιώ “Μαμά θα κλάψεις κι άλλο; Μην κλάψεις σε παρακαλώ”. Φυσαλιδούλες ετών 5 και κάτι.
Έχει ο Μάης μέσα του κάτι σαν ασημόσκονη. Θα τον ανακυρήξω το μήνα χωρίς στόχους και λίστες. Θα τον αφήσω να χορέψει και να μεθύσει. Ας κάνει ότι θέλει. Είναι παλαβιάρης, έτσι νομίζω, δεν αισθάνεται διόλου το βάρος που έχει να μας παραδόσει στο καλοκαίρι. Έχω την αίσθηση πώς είναι μια εποχή από μόνος του.
Έφτιαξα την βεράντα: μολόχες, πανσεδάκια και ένα βασιλικάκι. Κάποτε ξόδευα πολύ χρόνο για τα λουλούδια. Ξυπνούσα νωρίς τα πότιζα, τα φρόντιζα, τους μιλούσα. Κηπάκι σε μπαλκόνι. Τώρα ο χρόνος λιγόστεψε, αλλά λίγο χρώμα είναι αναγκαίο χάδι στην ψυχή. Οι μικρές κάθε πρωί ρωτούν “να τα ποτίσουμε μαμά;”. Θέλω να αγαπήσουν τη φύση. Έχει δύναμη να μας γιατρεύει πληγές και πόνους. Τις περισσότερες φορές που είμαι λυπημένη θέλω να περπατήσω στη θάλασσα ή να πάω σε ένα δάσος. Όχι όχι δεν το κάνω… σχεδόν ποτέ. Το ονειρεύομαι ωστόσο, βάλσαμο μέσα μου. Όνειρο ένα σπίτι με αυλή. Δεν θέλω να είναι μεγάλη, ούτε “πλούσια και ακριβή”. Αλλά για φαντάσου από την πορτίτσα της κουζίνας να βγαίνεις σε μια μικρούλα αυλή.
Η λέξη της μου φέρνει στο νού πάντα και μόνο την αυλή της γιαγιάς μου: πελώρια, πολύχρωμη στη θέρμη, ασπρόμαυρη στη βροχή και λευκή στα μεγάλα κρύα. Ένα θεόρατο έλατο καταμεσής, μια γούρνα στο πλάι (τι δροσιά το καλοκαίρι να χώνουμε πόδια στη γούρνα και να πιτσιλιομαστε), ο πέσκος πιο πέρα, πίσω του ο μπαξές και μετά τα κάγκελα οι κότες της. Χρόνια που στη μνήμη μας έχουν αξία από χρυσάφι…
Μάης λοιπόν επαναστάτης και τρελός!!!




