Έλα τώρα εδώ και πες μου, με τίνος το μέρος είσαι;
Αν δεν έπαιρνες μέρος στην παράσταση τώρα δε θα μαλώναμε, εξαιτίας σου το αποψινό.
Μη βήχεις! γιατι βήχεις όλη τη νύχτα και δεν μπορώ να κοιμηθώ;
Μη φοράς αυτά τα ρούχα! Δεν ξέρεις να ντύνεσαι. {τα δάχτυλα στο μάγουλο σχηματίσαν τον πόνο}
Μην ξενυχτάς! Δεν αντέχεις εσύ να ξενυχτάς. Εγώ ξέρω.
Τι θέλεις να σπουδάσεις; Ε όχι δα! Αυτά που ονειρεύεσαι θα σε αφήσουν άνεργη. Εμείς θα σου πούμε.
Δε θα μάθεις ποτέ σου να οδηγάς, άστο.
Δεν ξέρεις να κρατάς νοικοκυριό, μα τόσο άχρηστη.
Εσύ ευθύνεσαι που αρρωσταίνουν τα παιδιά, δεν τα προσέχεις.
Να πας που; όχι όχι δε νομίζω ότι θα τα καταφέρεις.
Στο κρεββάτι κάτω απο το πολύχρωμο πάπλωμα, τρέμει το λεπτό κορμί της. Πότε αφήνει δάκρυα να ταξιδέψουν και πότε τεμαχίζει, με το φεγγάρι που λαμπυρίζει από το παράθυρο του δωματίου της, τις ανάσες της. Μουρμουρίζει διαρκώς, εγώ ναι ναι εγώ φταίω,μα βέβαια. Γιατί δεν το σκέφτηκα να μην το κάνω; Γιατί πάλι ξεχάστηκα; Γιατί αφέθηκα;
Ότι έχτισε, στην κυρίως σύσταση έχει εκείνο το συναίσθημα που σου κοκκαλώνει το στομάχι, σου παγώνει το αίμα και δεν μπορείς να κουνήσεις βήμα, αγωνία με baking powder, πνευμόνια φουσκωμένα με τοξικό αέριο. Αδύνατο να τα διαχειριστεί όλα αυτά! Για αυτό:
Την μαγεύει η ιδέα μια αόρατης φιγούρας, μιας άτακτης φυγής. Νιώθει μπερδεμένα μέσα της. Αφήνεται να την παρασύρουν οι σκέψεις, όντως δεν μπορώ. Μα δίκιο έχουν, αν κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα, θα τα κάνω όλα χάος. Καλύτερα να τους ακούσω. Ας μην παρασύρομαι από τα όνειρά μου αφού:
Ότι κι αν ονειρευτεί είναι βαμμένο με πελώρια γράμματα που βροντοφωνάζουν “ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ”.
Γράφει ασταμάτητα, ελπίζει σ’ ένα μέλλον χωρίς σκιές, χορεύει τον πόνο της, με μουσική στο τέρμα, όταν κανένας δεν την βλέπει, αφήνεται να την ταξιδέψει η θάλασσα και η μουσική. Ανεβαίνει στο ποδήλατο της κλείνει τα μάτια της και πετάει. Συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις για να ζήσει σ’ ένα παράλληλο συμπάν. Διάβαζει ποιήματα και λογοτεχνία και δραπευτεύει…
Έχει αναγκή το γέλιο, τον αυθορμητισμό και την ανεμελιά. Έχει ανάγκη να αφήσει το μικροσκοπικό πλασματάκι να ζήσει ΓΑΜΩΤΟ!
Ξαφνικά εμφανίζεται μια πελώρια αρκούδα, φαντάσου την, καφετιά με μάτια σαν γκρεμούς και σώμα δυνατό, ξαπλώνει δίπλα της κάτω απο το κρεββάτι πλέον, γιατί εκεί κρύβεται αργότερα προκειμένου να μην την βρίσκει κανείς, την παίρνει αγκαλιά και της λέει: “μη φοβάσαι άλλο πια, είμαι εγώ εδώ, δεν θα σε αφήσω ποτέ! Θα γίνω το θάρρος σου και η δύναμή σου.”
“Θα γίνεις; το λες αλήθεια;”
“Είμαι ήδη μικρή μου, νιώσε στις ρίζες σου το δροσερό νεράκι που ποτίζω, και αν κάποιος σου πει δεν μπορείς, σκόρπισε τον με το πιο μαγικό σου χαμόγελο…”
Υ.Γ. δεν κατηγορώ κανέναν. Οι γονείς πάντα φροντίζουν όπως οι ίδιοι κρίνουν καλύτερα. Τους αγαπώ και θέλω να είναι καλά. Είμαι γονέας και αντιμετωπίζω προκλήσεις καθημερινά… προσπαθώντας να μη δημιουργήσω τραύματα, δεν είναι εύκολο. Δεν είμαι η μόνη και το γνωρίζω καλά ότι το κείμενο αυτό αντιπροσωπεύει αρκετούς, ίσως είναι σκληρό και πονάει. Αλλά εδώ μεσά είναι το δικό μου “λιβάδι” και φυτεύω με ότι με βοηθάει.


