Άργησα να ξυπνήσω και παρόλο που το ρολόι φώναζε “βιάσου”, παρέμενα νωχελική, με κινήσεις αργές. Αρνιόμουν να επιταχύνω.
Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου, με κάρφωσα έντονα με βλέμμα ικετευτικό και ήθελα απλώς να κρατηθώ.
Μπογιάτισα πρόχειρα τα μάτια και έβαλα ένα κόκκινο κραγιόν μήπως και μου ροζίσει κάπως την οπτική.
Βγήκα έξω και προχωρώντας προς τη στάση δεν ακούγα δεν έβλεπα και ίσως δε σκεφτόμουν.
Έβαλα να ακούσω το βιβλίο μου και ξεχάστηκα. Τα βιβλία είναι πουλιά, ανεβαίνεις στη ράχη και πετάς από τον τόπο που σε πληγώνει σε τόπο που διαλύει τη συννεφιά σου, μέχρι να προσγειωθείς αναγκαστικά.
Έφτασα στο γραφείο, ένιωσα τα μάτια μου ότι θα σπάσουν. Βάστηξα κι άλλο μα δεν ήταν για πολύ.
Μπήκε μέσα στο γραφείο μια συνάδελφος, με διάθεση δοτική και ειλικρινής, μου έδειξε κάτι που μου ετοιμάζει, με ρώτησε αν μου αρέσει κι εγώ δεν μπόρεσα να κρατήσω το φράγμα άλλο.
Δεν είπα πολλά, κατάλαβε… όλοι μετανάστες είμαστε εδώ και τελικά όλοι κολυμπάμε σε κύμα άγριο και φουρτουνιασμένο.
Κανένα κουράγιο να ονειρευτώ σήμερα. Καμία διάθεση να κοιτάξω στο μέλλον. Σκουπίζω τα δάκρυα με το βρεγμένο μαντηλάκι, η μόνη φροντίδα που μπορώ να μου προσφέρω.


