το κείμενο παρακάτω ανήκει στους πειραματισμούς μυθιστοριογραφίας και είναι εξ’ ολοκλήρου αφιερωμένο στην ψυθεραπεύτριά μου Αλεξάνδρα Γέροντα. Στην ύπαρξη που περπατάει δίπλα μου, διακριτικά και με εκπαιδεύει έτσι ώστς τις ήττες μου να τις κατανοώ και να συνειδητοποιώ ότι εκεί μέσα κρύβονται μελλοντικές πελώριες νίκες.
Μόνο οι καθαρές ψυχές μπορούσαν να δουν στο επόμενο πρωινό όσα της πλάσης δίνουν ζωή. Οι αλαζόνες της λογικής πάντα το ίδιο θα ένιωθαν θλιβεροί, πάντα το ίδιο θα ήσαν μικροπρεπείς….
Άνοιξε τα ματιά της σε ένα σπίτι μικρό με πολύχρωμα έπιπλα και ένα γατί καθρέφτη της αγάπης. Σηκώθηκε αργά με χαμόγελο αρμονικό στο πρόσωπό της. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μπάνιου και παρατήρησε τα χαρακτηριστικά της. Σχεδόν πενηντά πέντε ετών… Τα μαλλιά της ήταν μακριά και γκρίζα κοντραρίζονταν με τα μάτια της, ποιός θα λάμπει περισσότερο. Στο μέτωπο οι ρυτίδες σαν ποταμοί της Ηπείρου. Θυμήθηκε το Πάπιγκο… Το χαμογελό της παρέμενε η σφραγίδα της, αυτό δεν θα άλλαζε. Αυτό δεν άλλαξε!!!
Ετοιμάσε ένα τσάι του βουνού, ήταν το αγαπημένο της, άλειψε δυο φρυγανιές με μέλι από τα Κύθηρα, κάθε καλοκαίρι φρόντιζε να παραθερίζει έστω και λίγες μέρες στο νησί της, έβαλε μια από τις μελωδικές της λίστες και έπιασε την ατζέντα της να δει τι έχει σήμερα η μέρα. Κάθε της μέρα είχε κάτι απο άνοιξη τρυφερή και γλυκιά. Όχι επειδή τύχαινε μα η ίδια το φρόντιζε να συμβεί.
Απ’ όταν έκανε το όνειρό της πραγματικότητα ένιωσε να εργάζεται φυσικά και να ζει ανεμπόδιστα.
Ετοιμάστηκε μέσα σε ρούχα με μεγάλα λουλούδια και έντονα χρώματα, μέσα σε ρούχα απο βαμβάκι και αναπνοές. Δε βαφόταν πλέον πολύ και ήταν τόση η ικανοποίησή της που το συρταράκι με τα μπογιατίσματα είχε ελάχιστα βαφτικά. Φίλησε το γατί που αρκούνταν στα χαδάκια και τα όμορφα λογάκια και ξεκίνησε για το όνειρό της.
Καβάλησε το μωβ ποδήλατο με το πορτοκαλί καλαθάκι και σε είκοσι λεπτά ήταν εκεί. Στο όνειρο ετών που σμίλευε χρόνια πολλά και φώτισε λίγα χρόνια πριν. Το μαγικό της βιβλιοπωλείο…
Ξεκλείδωσε την νεραϊδένια πόρτα, άναψε τα φώτα και τα κεριά της, έβαλε τζαζ μουσική, άλλαξε νερό στα βάζα με τα λουλούδια και πότισε τα ριζωμένα φυτά σε μικρές και μεγαλύτερες γλάστρες. Καθώς έριχνε το νερό παρατήρησε τα χεριά της. Γέρασαν και αδυνάτισαν, από πάντα τα έβρισκε γοητευτικά. Μπορεί τίποτα καλό να μην απαντούσε πάνω της, μα τα χέρια και τους ώμους της τα θωρούσε με ερωτισμό. Εναρμονισμένη λοιπόν στο φυσικό της περιβάλλον, έψησε ελληνικό καφέ, έκανε όλα τα απαραίτητα και καμάρωσε το δεύτερό της σπίτι.
Οι άνθρωποί της περνούσαν για μια καλημέρα, για ένα δώρο, για τις ομιλίες που φιλοξενούσε. Οι μικροί θησαυροί συγκεντρώνονταν κάθε Τετάρτη απόγευμα για τα παραμύθια με τα ξόρκια και έτσι ο ουρανός ήταν πάντα καταγάλανος. Όχι, δεν ήταν η άρτια ζωή. Ναι, είχε προκλήσεις και σκοτεινές στιγμές μα όταν δεν μπορούσε να τις εκτυφλώσει με το λευκό της αισιοδοξίας μόνη της, αναλάμβαναν οι σύμμαχοί της, τα φιλαράκια που ο καθένας μέσα από το προσωπικό του μονοπάτι είχαν κοινό τους τόπο τον αδιάσπαστο χώρο της φύσης.
Εκεινή ένιωθε ευλογημένη που κατάφερε να εκκενώσει τα πυθάρια της από τις τοξίνες και να γιγαντώσει εκεί μέσα βασιλικό και μέντα, δενδρολίβανο κα δυόσμο, ρίγανη και θυμάρι. Ένιωθε σοφή που κατανόησε μια φράση από βιβλίο αγαπημένο: “Η αγάπη της ζωής είναι πιότερο δυνατή από την καταφρόνια της”


