FOLLOW:

SHARE

κι ύστερα ξάπλωσαν, τα μάτια της όμως δεν σφάλιζαν, ο νους της όλο σκάλιζε κάτι μαύρα κουτιά θαμμένα σε λασπωμένα χωράφια
έφτιαχνε την ιστορία του τέλους της
το τέλος της πίστευε θα τους λυτρώσει όλους. ένιωθε το κεφάλι της βαρύ, και κάτι βουητά να ουρλιάζουν εκεί μέσα. Δεν ήξερε τι ήταν…
ήξερε ότι δεν είναι αυτή η αλήθεια κι όμως επέμενε. θεωρούσε ότι με το τρόπο αυτό η ίδια να μπορεί να χορεύει με ένα λευκό φόρεμα ανάμεσα στα σύννεφα και στις σκέψεις όσων αγαπούσε βαθιά.
το πρωί την βρήκε αγκαλιά με ένα μικράκι που της είχε αγάπη περισσή. ‘Άνοιξε τα μάτια και είδε να της χαμογελάει αμέσως σκέφτηκε εαν τώρα απουσίαζα;
.
.
.
Έχθες καθώς χτένιζα την Αναστασία γύρισε και μου είπε με αυτή τη μελένια φωνούλα της: “Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου”
Την ώρα που ξάπλωσα δίπλα στην Άννα για να διαβάσουμε παραμύθι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος μου και με ένα χαμόγελο: “Αυτή η ώρα είναι η καλύτερη, να ξαπλώνω στην αγκαλιά σου για να ξεκουραστούμε. ”
.
.
.
κι εγώ νιώθω άρρωστη και αγενής μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής τους

Via