“Αννιώ μου,
πέρασαν λίγες μέρες και στο μυαλό μου δε σταματάω να βλέπω τις κουβέντες σου σ’ ένα παγκάκι να αγναντεύουν τη θάλασσα.
Έκλαψες προχθές πολύ, κοκκίνισαν τα αφράτα σου μάγουλα και τα λυπημένα μάτια σου. Όταν άρχισες να αναπνέεις ξανά με το χέρι σου ακουμπισμένο στο στέρνο μου, είπες: “μόνο εσύ με ηρεμείς μαμά”. Τρόμαξα εκείνη την ώρα, χιλιάδες σκέψεις προσπαθούσαν να φτάσουν στο βάθρο του νικήτη.
“Γιατί είσαι τόσο συναισθηματική;”
“Αν μου συμβεί κάτι;”
“Πόσο κακό σου έχω κάνει;”
“Ας μην ήταν τόσο δεμένη μαζί μου…”
Κοιμήθηκες και άρχισα να κλαίω εγώ μεσά στα σκοτάδια μου. Με μαστίγωνα με ενοχές και με μαλώματα.”
Πόσο βλαβερό είναι να μεγαλώνουμε παιδιά με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη; Γιατί πρέπει να παραδώσουμε σκληραγωγημένους ανθρώπους; Που είναι τα όρια; Πόσο θλιβερό να σκεφτόμαστε έτσι;
Πόσα λάθη έχω κάνει; Πότε έπρεπε να είμαι αυστηρή και αμείλικτη; Πότε να αφήνομαι;
Πώς χάθηκα έτσι; Τι πρέπει να κάνω τώρα;
Ξήμερωσαν οι επόμενες μέρες και προσπαθούσα να τακτοποιήσω τις σκέψεις στο συρτάρακι του νου, θαρρείς και είναι σκεπάσματα σε λινοθήκη.
Αναρχικές σκέψεις σε λινοθήκη; Αταίριαστο…
Βγήκαν στην πλατεία του μυαλού μου με πλακάτ και συνθήματα να σε προστατέψουν. Με κάθισαν χάμω οκλαδόν κι αυτές τριγυρώ μου ζητήσαν να σε υπερασπίζομαι, να μη σε προδίδω. Μου φανέρωσαν το ολογραμμά σου και φώτισαν με το χαμόγελό σου πόσο τρυφερή ψυχή είσαι, πόσο δοτικό πλάσμα, πόση αγάπη φωλιάζει στα μάτια σου, την καλοσύνη σου που την βλέπουν όλοι.
Δεν έχω το εγχειρίδιο του σωστού γονέα, μα έχω μέσα μου συναγερμό που με κρατάει άγρυπνη. Πέρασαν χρόνια για να βάλω στη σειρά τα λογογράμματα που φώναζαν για την προσπάθεια και την αξιά της.
Δεν ξέρω, ίσως να ήταν ξεκάθαρα εξ’ αρχής αλλά ο φόβος μου μου ασφάλιζε σφιχτά μάτια και κορμί μόλις με ένιωθε λίγο δυνατότερη.
Μόνο με ιδρώτα, με κόπο, με αγώνα, με θυσία, με επιμονή, με θάρρος, με το κεφάλι ψηλά, με πεισματικό ανασήκωμα όσες πτώσεις κι αν έρθουν, με την υπομονή, με τη διεκδίκηση, με τη διαρκή ανησυχία έρχεται το φως μέσα μας να διώξει την ομίχλη.
Στα σαράντα τρία αρχίζω να μου καρφιτσώνω παράσημα, δίχως να τα ξεσκουριάσω. Ίσως αυτή η εργασία λάβει χώρα αργότερα. Ίσως που είναι σκουριασμένα τα αγαπώ πιότερο. Τα τοιχώματα της καρδιάς μου συνωμοτούν για να μην τα παρατήσω και να μην πάψω να φτερουγίζω τα όνειρα μου.
Τελικά άναρχες παραμένουν οι σκέψεις μου και μου αρέσει…
.png)

