Κρύφτηκες ξανά κάτω από το κρεββάτι; Γιατί;
Δε φταις εσύ ΓΑΜΩΤΟ! Φώναξέ τους ΦΤΑΝΕΙ ψυχή μου!
Τώρα ξέρω, ναι δε φταίω εγώ, μα νιώθω τις πληγές μου να με καίνε.
Ένα παραμύθι θέλω να μου πεις και ένα τραγούδι που θα μιλάει για ένα κερί που κάηκε χωρίς να στάξει.
Πάνω σε ένα δέντρο με κόκκινες μανόλιες αναστέναζε μια Δρυάδα κάθε βράδυ. Κανείς δεν καταλάβαινε ότι η φωνή τούτη ανήκει σε πλάσμα του δάσους. Όλοι οι κάτοικοι θαρρούσαν ότι είναι η λαλιά κάποιου πουλιού, σπάνιου το δίχως άλλο!
Μια μικροσκοπική δρυάδα με κόκκινα μαλλιά και καταπράσινα μάτια κρυμμένη μέσα σε άνθη μιας φουντωτής μανόλιας. Φοβισμένη δεν ήθελε να τη βλέπει κανείς, ένιωθε ένοχη για τα πουθένα των δικών της και τα ατυχήματα των ψυχών που μαυρίζουν τα βλέμματα. Τις νύχτες λοιπόν μέσα από τον αναστεναγμό της προσπαθούσε να αφήσει στον ουρανό τον πόνο της και να βρει το δρόμο της. Τα πρωινά την έντυνε η απογοήτευση και πότιζε τα άνθη με κρυσταλλένια δάκρυα.
Κάποια στιγμή κουράστηκε, αποφάσισε τις νύχτες να κεντάει γύρω από το δέντρο της αγγελάκια που θα βλέπουν μόνο μάτια παιδικά. Σταμάτησε λοιπόν τις μελωδίες της και καλλιτεχνούσε μορφές που χαμογελούσαν. Ήλπιζε πως έτσι θα χρυσίσει κάπως ο κόσμος που τόσο σκουριά έβλεπε πάνω του και θρηνούσε σα να ήταν υπαίτια…
Ανοιξιάτικο ξημέρωμα είδε σε ένα κλαδί του δέντρου της ένα σπουργιτι με γαλάζια μάτια. Έμεινε άφωνη και άναυδη απλά να το κοιτάει. Εκείνο έστεκε εκεί συχνά, συχνά και αθόρυβα, όπως όταν συναντιέται η μέρα με τη νύχτα. Με φωνή από φίλντισι σχηματίζει ξεκούμπωτη φράση: «εσύ είσαι…;» Αστραφτέρα και καθάρια το σπουργίτι συνεχίζει «…τα παιδικά σου μάτια κόρη, ανέβα φεύγουμε…»
Ρόδισε ο ουρανός


