τον Ιούνιο του 2023 ταξίδεψα στο Πάπιγκο συμμετέχοντας πρώτη φορά σε βιωματικό σεμινάριο και μάλιστα τριήμερο @souldares
μέσα σε μια αυλή στολισμένη κισσούς και πανσέδες, κάτω από την Αστράκα και τον ντόπιο ήλιο, καθισμένη και φανερά κουμπωμένη, παρατηρούσα τους φαύνους μου σε τούτη την εμπειρία, σοφοί και σκανταλιάρηδες καθοδηγούν και παραπλανούν προς το φως…
κάποια στιγμή την ακούω που λέει έχω φέρει και τις κουρελούδες μου αυτή τη φορά, έφερα τρεις! πετάγομαι κι εγώ, κάπως να συμμετέχω, αχ! εγώ δεν έφερα! κι απαντάει: “αυτές είναι για τις φίλες μου”. όπως θα έλεγαν και τα μικρόβια ΤΑΠΑ! μαζεύτηκα ξανά όπως τα όστρακα όταν τους ακουμπάς στο κέλυφος.
το τριήμερο ήρθε σε δυνατή πρόσκρουση με αυτή τη στιγμή, καθώς στο τέλος του και αυτή και εγώ καταλάβαμε ότι γνωριστήκαμε για να στρογγυλοκαθίσουμε παρεούλα στο πολύχρωμο σαλονάκι της ζωής από τότε και πέρα. έκτοτε οι στιγμές μουσικές σε καλοκαιρινό φεστιβάλ, ν’ ακούει η νια το ρυθμό, να λικνίζει το κορμί της κι η καρδιά να πάλλεται γοργά!
Στη συνάντηση που έφερε ο Ιούλιος μου δώρισε μια καρδούλα ξύλινη με λέξη πολυσήμαντη επάνω “Πάπιγκο”, ζέστανε το παγώμενό μου, τότε, αίμα.
Ιπτάμενη φανερώνεται είτε μέσα σε μια εικόνα, είτε μέσα σε μια φωτογραφία, είτε σε ένα ραντεβού και επιμένει πάντα ότι η αγάπη θα νικήσει. Ανήκει στην κατηγορία ήρεμη δύναμη. Έχει στο χαμόγελο της την ανατολή του ήλιου που ξεδιψά τα όνειρά σου και μια μοσχοβολιά που γεμίζει τα ρουθούνια σου άρωμα γλυκό.
Το Νοέμβρη κατέβηκε Αθήνα μόνο για εμένα. Ήταν εκεί στον τερματισμό ΜΟΥ, σαν ανοιξιάτικο πρωινό, παρουσία πεντακάθαρη και ξεδιψαστική για τον δρομέα που λαχταρά δροσιά. Μ’ άγκαλιασε, μου ψιθύρισε αγάπη και κύλησαν ποτάμια τρυφερότητας για τόπους νέους…
Μετά απο δυο εβδομάδες που συγκατοικήσαμε έβγαλε και μου έδωσε ένα δώρο. ένα δώρο λέει… πώς θα σχεδίαζες την ευτυχία;
οι άνθρωποί μας, καθορίζουν την ψυχική υγεία και την αρμονία της υπαρξής μας γράφει ο Χρόνης Μίσσιος.
Η Μαρία ΜΟΥ έφερε τον κόσμο ανάποδα όταν ακυρώθηκε το ταξίδι τους στο Λουξεμβούργο και βρήκε τον τρόπο να μην μείνω εκείνο το τετραήμερο δίχως παρέα, δίχως την πολύτιμη παρέα της, ήρθε για να καθαρίσει την αυλή της ψυχής μου.
αχ πόσο τυχερή είμαι γιατί δεν είναι η μόνη το ξέρω.
το καλοκαίρι του 2023 ήταν ιδρωμένο και εξαντλημένο. ένα απόγευμα δάκρυα ποταμοί και κάπως, που μάλλον δεν έχει σημασία μα κολυμπά στην πελώρια αξία, ξεκινάει να μου γράφει. είχαμε γνωριστεί στο Πάπιγκο και ανταμώσαμε στη συνάντηση. Δεν με ήξερε. Ή αφελώς νόμιζα ότι δεν με ξέρει.
Θαρρείς και από τα δάχτυλά της έβγαλε κορδέλες χρωματιστές που με τύλιξαν και με σήκωσαν να κάνω έναν περίπατο θεραπευτικό. Είναι διαρκώς δίπλα μου, αόρατη μα παρούσα. Στο πρόσωπό της αφήνεσαι με εμπιστοσύνη και στην ευγένειά της ξαναβρίσκεις ρυθμό, χρώμα και άρωμα.
Έφτασε το επόμενο Πάπιγκο που μας ήθελε συγκάτοικους. Εγώ πεταμένα πράγματα, ρούχα, φορτιστές μπερδεμένοι με κοσμήματα. Αυτή θαρρείς και είχε όλα της τα αντικείμενα μιλημένα. Ήταν πάντα φροντισμένα και με τον ήλιο πάνω τους να φωτίζουν όπως η αγκαλιά της. Στο τέλος του τριημέρου μου λέει: έχω συγκατοικήσει με πολύ κόσμο μα εσύ είσαι το πιο βολικό πλάσμα που έχω μείνει. Έστεκα απορημένη, τον χαμό δεν τον έβλεπε; Τον έβλεπε μα το σχόλιο της δεν είχε να κάνει με το αν είμαι νοικοκυρά. Ασε και αυτού του στυλ οι νοικοκυρές είναι ξενερουά. Σωστά Ευάκι ΜΟΥ;
Ξαπλώνω να κοιμήθω το δεύτερο βράδυ και βρίσκω ένα σκορπιό στο κρεββάτι μου δίπλα, μαζί με τη Μαρία ξεκαρδίστηκαν στην απάντηση που έδωσα, ποιόν σκορπιό έχω;
Η Εύη μου δωρίζει την υπάρξη της μετά από κάθε επίτευγμα μου δρομικό ή μη. Την καλώ για το μοίρασμα και είναι εκεί διαθέσιμη. Μου στέλνει κάθε μέρα καραμέλες ζάχαρη εξασφαλίζοντας μου το αιώνιο παρόν. Αν περάσουν λίγες μέρες και απουσιάζει απαιτώ. Εεεεεεει buddy με ξέχασες;
Είναι ο καλός ο άνεμος που τη φέρνει τη σωστή στιγμή, τη στιγμή που συνειδητοποιείς το μέγεθος της χαράς όταν μοιράζεσαι τα αγαθά της αγάπης. Είναι ο καλός ο άνεμος που φυσάει τα γκρίζα σύννεφα πάνω από το κεφάλι σου ή περιμετρικά της ψυχούλας σου. Δε χρειάζεται να ρωτήσει, ξέρει. Δε χρειάζεται να στείλω, ξέρει. Δε χρειάζεται να απαντήσω, περιμένει. Δε χρειάζεται να μιλήσω, καθυσηχάζει με το βλέμμα. Με μια αγκαλιά σα σμαραγδένια θάλασσα με τυλίγει και ήρεμη αγναντεύω το μωβ ξημερώμα και το πορτοκαλί λιόγερμα.
Οι τρεις πρώτοι μήνες του χρόνου έβγαλαν στιλέτα. Έκοβαν και έσφαζαν ότι ζωντανό μέσα μου. Δαίμονες που μόλις κάτι κάπως πήγαινε να να ανασάνει το έπνιγαν στην ασφυξία. Κοιμήθηκαν ελάχιστα, όπως τις μέρες που ήταν εδώ η Μαρία κι εκεί αρχές του Μάρτη για λιγάκι.
Μια φυλακή βασανιστηρίων ψυχής που κάθε βράδυ ακουμπούσα τις ελπίδες μου στην επόμενη μέρα, μάταια.
Την Εύη και την Μαρία δεν τις γνωρίζω πολλά χρόνια, ούτε τις έβλεπα συχνά όταν ήμουν στην Ελλαδά. Δε χρειάζεται…
Αθόρυβες το τελευταίο μεγάλο διάστημα, μα εκεί. Εκεί ρε φίλε!!! Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Πόσο τυχερή αισθάνομαι. Βουτηγμένη στο κένο, σε μια μοναξιά θλιβερή και μια θλίψη ασπρόμαυρη. Εσύ να περπατάς με βοηθήματα ακόμα κι όταν δεν χρειάζεται κι αυτοί οι άνθρωποι, γιατί δεν είναι μόνο η Εύη κι η Μαρία, να στα παίρνουν, να τα πετάνε. Να σου λένε έλα ξεκίνα, αν παραπατήσεις εμείς θα είμαστε δίπλα σου. Δε χρειάζεσαι βοηθήματα, είσαι δυνατή!!!
Δυνατή και όμορφη στο μέσα και στο εξώ σου.
Η Εύη ΜΟΥ και η Μαρία ΜΟΥ στην απόλυτη σιωπή μου με βάστηξαν να μην εξαϋλωθώ. Αρμονικά και φροντιστικά. Μέσα απο εδώ και με ταπεινότητα απλά τις ευχαριστώ. Δεν θεωρώ τίποτα δεδομένο και νιώθω ευλογημένη γιατί στον κήπο μου οι άνθρωποί που επέλεξα και με επέλεξαν αξίζουν και μου αξίζουν.





