Κυριακή 10 Νοεμβρίου το σωτήριο 2024
κίνησε να χαράζει και έφερνε το μυστήριο του βαπτίσματος στο σώμα, την ψυχή και το νου μου. Νότες αγγέλων συναξάρια ετοίμαζαν για τη μέρα. Μέρα μου θαρραλέα, γεμάτη χάρη σαν Κόρη…
04:30 το κινητό λαλούσε κι εγώ είχα ήδη σηκωθεί με ρυάκι μουδιάσματος κατά μήκος της πλάτης μου. Ολοκλήρωσα τα διαδικαστικά με βασικότερο τα διαφορετικά καλτσάκια, ένα για την κάθε φυσαλίδα. Βγήκα στα στενά δρομάκια της Αγίας Παρασκευής για να πάρω το μετρό. Νύχτα εξώ μέρα μέσα μου…
Φωνή μετέφεραν τα δάχτυλά μου από νου και καρδιά και καθώς η κυλιόμενη σκαλά με παρέδιδε στο σταθμό μπλόκαρα κάθετι αρνητικό και τοξικό, χαμογέλασα σβήνοντας τις σκιές και κοιτώντας μπροστά. Είμαι εδώ στο τώρα μου δυνατή και γενναία! Αγκαλιά για τα καινούργια…
Εγώ και ο εαυτός μου μόνοι μας στο Νομισματοκοπείο, λες να έκανα λάθος την ώρα; Κάθομαι και περιμένω. Αρχίζουν να σκάνε ξαφνικά τύποι της ίδιας φυλής. Ανάσα καθησυχαστική.
Φτάνω Κατεχάκη, συναντώ τη Δέσποινα της Θεσσαλονίκης, μπαίνουμε στο λεωφορείο και βγαίνουμε σαν τα ψαράκια από το νερό. Πρωτόγνωρα όλα, θαρρείς εμείς βρέφη και ανακαλύπτουμε τον κόσμο εκείνη την ώρα. Κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι τον δρόμο που κατεβαίνει το όχημα χαρωπό εμείς σε λίγες ώρες θα κληθούμε να τον ανεβούμε. Γελάμε ελαφρώς και αφελώς… Το λεωφορείο σταματάει. Πάμε!
Βαδίζουμε σε μια ησυχία ακριβή. Ακούγονται ανάσες και ταπ ταπ στο δρόμο από μικρούς ήρωες που ετοιμάζονται. Μια εθελόντρια φωνάζει ΚΑΛΗΜΕΡΑ! Απαντάμε ΜΟΝΟ εμείς οι δυο με μελωδία a la Mary Poppins ΚΑΛΗΜΕΡΑΑΑΑΑΑΑΑ… κάνεις άλλος δεν είχε τόση χαρά μάλλον ή τόση άγνοια. Κυμάτακι που σβήνωντας στην ακτή το σκοτάδι, μας ακούμπησε στη ανατολή. Μια ανατολή περήφανη για τη μέρα που γεννοβόλησε μόλις.
Συναντήθηκαμε με τον Γιώργο και αγκαλιαστήκαμε σφιχτά και βγήκαμε φωτογραφία. Αχ! Πόσο χάρηκα που μέσα στον τόσο κόσμο τον άρπαξε η ματιά μου. Σήμαινε για εμένα κάτι παραπάνω από υποστήριξη. Σήμαινει συμμαχία!!! Ζήτω οι συμμαχίες ρε παιδιά!
Λάοι από όλες τις ηπείρους χαμογελάν, χοροπηδάν και ευτυχούν! Πελώρια κύματα μιας ενέργειας που δεν πισωπατάει για κανέναν λόγο, όλοι οι πλανήτες εργάστηκαν για αυτήν την ενέργεια!!!
Ανταμώσαμε με το δυναμικό της Έδεσσας, κάναμε ζούρλες, χαχανίσαμε, κατουρήσαμε τις ελιές, προβληματισμένες εάν είναι βρώσιμοι οι καρποί τους και μπήκαμε στο γήπεδο.
Ιερή η στιγμή, ανατριχιάζεις το δίχως άλλο. Μέσα στο μυάλο σου κινούνται οι φιγούρες από την αρχαιότητα μέχρι τη νεότερη ιστορία, μορφές αγέρωχες και δυνατές! Το τότε και το τώρα, ένα έγιναν εντός μου. Το γήπεδο έμοιαζε με μωσαικό που ακτινοβολούσε χρώματα, οι όψεις ανθρώπων έλαμπαν σαν αστραφτερά πετράδια. Συναντήσεις και αγκαλιές. Χαμόγελα και χοροί. Χιλιάδες ήλιοι πλημμύρισαν τον κόσμο μου. Έτρεχε ο νους μου και όταν έκανε παύση δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι σε λίγο θα ξεκινούσα για την κορυφή μας…
Χόρευα διαρκώς, γελούσα, φωτογράφιζα και τραγουδούσα, γιατί ορμητικό ποτάμι η χαρά μου, αδύνατο να το συγκρατήσω. Κάποια στιγμή ακούω έναν τύπο να λέει: ” γέλα τώρα, να σε δω μετά” (αποδείχτηκε έμπειρος ο τύπος). Φεύγουν τα γρήγορα blocks και καταφθάνει η σειρά μας.
Μα ένας ήλιος όνειρο, μια μουσική αριστούργημα, κάτι άνθρωποι επίσημοι προσκεκλημένοι. ‘Ενιωθα ευτυχισμένη, ήταν αδύνατο, είναι ακόμα αδύνατο, να το εξηγώ. Σαν πολλά φωτάκια μέσα μου να αναβοσβήνουν, σα δεντράκι εορταστικό που ανέμενε λαχταριστά να μοστραριστεί σε βιτρίνα και να φλεξάρει (γιατί εκτός απο Μαραθωνοδρόμοι γνωρίζουμε και την πιτσικαριογλώσσα).
Δίνεται το σύνθημα ακούγεται το μπαμ και GO!
Έχω στα χεράκια μου λέξεις σωρό, έχω στο μυάλο μου εικόνες με λεζάντες στολισμένες, έχω στην καρδιά μου το πιο καλοσχηματισμένο χαμόγελο άκου:
Τα πρώτα είκοσι χιλιόμετρα εγώ κι εσύ μαζί (όπου εσύ ισούται Δέσποινα από Έδεσσα). Τρέχαμε η μια δίπλα στην άλλη.
Ρωτούσα πώς είσαι; Πονάς; Δεν έχω τίποτα μου έλεγε. Ρωτάει εσύ πώς είσαι; Πάω να βγάλω μια πρόταση σαν κάπως έτσι: “Νιώθω λίγο τον μηρό μου να με ενοχλεί”, αλλά προφάνως λογοκρίθηκα. ΔΕΝ ΠΟΝΑΣ με κόβει, μια χαρά είμαστε!!!
Μας έδωσαν κλαδάκι έλιας και το καρφιτσώσα στα μαλλιά μου.
Να πάρουμε τώρα τζελάκι; Ναι.
Όπου έβλεπα κάμερα έστελνα φιλιά και πόζες.
Το νερό εσύ το έχεις; Ναι έλα.
Πήρες ηλεκτρολύτες;
Δες ένα ζευγάρι Ιάπωνες ντυμένοι νύφη και γαμπρός!
Κράτα το ρυθμό, μην το χαλάς. Slow down Που λένε και στας Ευρώπας.
Ρε σύ αυτή με ήξερε, μου είπε μπράβο Δήμητρα και δεν μπορώ να θυμηθώ από που τη γνωρίζω; Ρε γράφει το ονομά σου στην μπλούζα σου, όλους με τα ονόματά τους τους δίνει κουράγιο. χμ οκ!
Να σε ρωτήσω αυτά τα άσπρα τα τετραγωνάκια τι είναι;
Ρε Δήμητρα έλεος! Σφουγγαράκια είναι βρεγμένα για να δροσιζόμαστε. Τι βλαχάρα Θεέ μου...
Ένας δρομέας ακριβώς πίσω μας γελάει δυνατά, λέει το καλύτερο που άκουσα σήμερα και του απάνταει η δικιά μου: να φανταστείς ότι έχει έρθει από το Λουξεμβούργο! Στο μεταξύ εγώ τα έβλεπα αυτά στους σταθμούς υδροδοσίας και θα σου πω τι νόμιζα για να έχεις να γελάς: ότι είναι βαρίδια από μάρμαρο για να βαστάνε τα νερά. Και μάλιστα σκεφτόμουν καλά ρε συ τι τα πετάνε μέσα στο δρόμο; Να χτυπήσει και κάποιος… Μα με το pardon κυρία μου αλλά στο Λουξ δεν χρειάζεται να δροσιζόμαστε, φροντίζει ο ουρανός!!!
Μουσικές απο ηχεία! Να ζήσει ο Πόντος, να ζήσει γιάβρουμ!!!
Στη Νέα Μάκρη ο αυθεντικός δρομέας δίπλα μας.
Κάπου στο 18ο η Νατάσα στα αυτιά μου και εγώ με τη σειρά μου δυνατά να τραγουδάω: “Έρχονται οι μέρες του φωτός“, δυο κοπέλες πίσω χαμογελούν συμφωνόντας.
Στα 20 και κάτι παίρνουμε απόσταση με το Δεσποινιώ. Απομένω μόνη με τη μουσική μου και ταυτόχρονα παρέα με δρομείς πολλούς… είναι αυτά τα ακαταλαβίστικα μαγικά των δρομέων.
Αγχώθηκα αλλά το έλεγχα.
Οι σκέψεις παρακάτω είναι διάσπαρτες και σπαρμένες μέσα μου βαθιά:
Κάποια στιγμή δεν ήξερα σε ποιά περιοχή ήμουν, θυμάμαι να προσπαθώ να καταλάβω από καμιά πινακίδα καταστήματος. Χαμογέλασα με τον φόβο που ήταν ανετίλα. Όχι ρε άτιμε! τώρα μιλάει το θάρρος μου. Εσύ το βουλώνεις!!! Δε μεταφέρω πουθένα πλέον τις προθέσεις σου.
Θυμάμαι τις ανηφόρες να προκαλούν κι εγώ που και που να περπατάω, αλλά δεν τα παράτησα. Κατάλαβα και χόρτασα το αίσθημα που πληρεί την έκφραση “δεν έτρεχαν τα πόδια μου, έτρεχε η ψυχή μου”. Βλέποντας στα δεξιά μου το Alex Pack λέω καλό σημάδι, το θύμομουν απ’ τη μελέτη που είχα κάνει. Είναι η τελευταία μεγάλη ανηφόρα.
Έπινα νερό στους σταθμούς, έτρεχε ο λογισμός μου στις προπονήσεις μου, άκουγα τη μουσική μου και σκεφτόμουν το πρόσωπο που μου έδωσε το κάθε τραγούδι. #συμμαχία κι εδώ
Στο 30 και κάτι το ράγισμα έγινε σπάσιμο, άρχισα να κλαίω, είπα τα παρατάω. Ένιωσα μόνη μου ήθελα μόνο να κλάψω δυνατά, γοερά και να ξεσπάσω. Άφησα τα δάκρυα να ρυάξουν παρέα με τα ιδρωμένα κρυσταλλάκια. Άρχισα ψιθυριστά μα με αυξανόμενη την ένταση να μου μιλάω. Όχι μη σταματάς, κοιτά μπροστά, μην παραιτείσαι. Δε θα τα παρατήσεις, πάρε ανάσες ναι, αλλά συνέχισε. Κάπου εκεί ακούω τη φωνή της! Go Go Δημητρούλα!! Μπήκε μέσα στον αγώνα. Έτρεξε μαζί μου! Με το ραβδάκι της έκανε άμπρα κατάμπρα Δάκρυα της απογοήτευσης γίνετε Δάκρυα μαχόμενα! Τα ΤααααΝ… #Λιτσάκι_μου
Χτυπάει το τηλέφωνο από την Κερκίδα του Λουξ. Κατηφορά είναι δεν εμείνε τίποτα! Δέκα χιλιομέτρακια! Έλα μπορείς μπορείς! Φωνούλες ελπιδοφόρες…
Το κινητό κουδούνιζε συνέχεια, μηνύματα άνθιζαν από ανθρώπους που είχαν ξετυλιχτεί ως δυνάμεις! Από τα αιώνια πλάσματα που αγαπάνε και νοιάζονται μα και από τα νεοφερμένα στη ζωή μου. Αίσθηση μοναδική μωράκια! Σας την εύχομαι.
Στη Μεσογείων, κάπου στο 38ο και κάτι περπατάω για λίγο και πιάνω δυο κουβέντες με έναν ηλικιωμένο, που μου εκμυστηρεύεται: “κάθε χρόνο σε αυτό ακριβώς το σημείο λέω στον εαυτό μου, του χρόνου δε θα δηλώσεις συμμετοχή. Είναι η πέμπτη μου φορά, οι τέσσερις προηγούμενες ήταν για τα εγγόνια μου, φέτος είπα για έμενα και τέλος!” Φεύγοντας του χαμογέλασα συνθηματικά “τα λέμε του χρόνου”.
39 και μερικά μέτρα χτυπάει το τηλέφωνο και ακούω τη Στέλλα, κορίτσι μου σε περιμένουμε! Είμαστε όλοι εδώ ΜΠΟΡΕΙΣ! Ξέρω ότι κουράστηκες αλλά δεν έμεινε τίποτα. Πόση δύναμη ρε Στέλλα πήρα να ξέρες!!!
Έρχεται η ΩΡΑ που μπαίνεις στην Ηρόδου Αττικού. Τι να καταγράψω για αυτά τα μέτρα; Ποιές λέξεις μπορούν να την περπατήσουν; Περίσσευαν τα δάκρυα και οι δυνατοί χτύποι της καρδιάς. Νιώθεις το πνεύμα να σε αποθεώνει, ακούς ταμπούρλα ρυθμικά, γλιστράς σα μικρό ξωτικό μέσα στο Καλλιμάρμαρο. Όλοι δίπλα σου, εμπρός σου, πίσω σου Νικητές.
Τερμάτισα και εκεί ξεκλείδωσαν όλες οι πύλες του κάστρου. Όλες οι καλοσύνες του παραμυθιού ξεχύθηκαν με πρώτη των πρώτων την Αλεξάνδρα.
Βασίλισσα που κατάφερε να μπει εκεί που δεν επιτρέπονταν κανείς εκτός των αθλητών που τερμάτιζαν. Έμαθα έβαλε τα δυνατά της για να το καταφέρει αυτό και για εμένα ήταν, όχι όχι. Για μένα είναι το άγγιγμα της νέας πόλης μου, τα όνειρα που καλιεργήσαμε στους αγρούς μου κι βλαστησαν. Η σπουδαία αποκάλυψη της στιγμής. Την ξέρετε εσείς μωράκια; Σας την εύχομαι κι αυτήν.
Η Μαρία, η Γιάννα, η Στέλλα, η Ευαγγελία, ο Γιώργος όλοι τους με αυτοκόλλητα, που ετοιμάσε η Μαγδαληνή, πάνω κολλημένα. Αυτοκόλλητα με τη Μιμίκα και τον Γιωργή.
Αυτοί οι συνοδοιπόροι – σύμμαχοι ταξίδεψαν από τη Θεσσαλόνικη για να είμαστε #ΜΑΖΙ. Γνωρίζουν καλά τη δυνάμη που κρύβουν τα τέσσερα τούτα γράμματα το ένα έτσι τοποθετημένο δίπλα στο άλλο. Πλημμύρισαν τα ποτάμια μου αγάπη, ανιδιοτελή και άφθονη. Δε σταμάτησα να τους ευγνωμώνω πότε ψιθυριστά και πότε φωναχτά, μέχρι σήμερα…
Για εμένα η ύψιστη έκφραση αγάπης είναι η αγκαλιά. Από τις αγκαλιές καταλαβαίνω τι ενέργεια πλανάται γύρω μου, αν το πλάσμα που την προσφέρει το κάνει ολόχαρα ή αγγαρεία άχαρα. Οι αγκαλιές της Κυριακής εκείνης θα παραμείνουν στο θησαυροφυλακιο με το μετάλλιο που φέτος είχε το γράμμα Τ κι εγώ το ζωγραφισα σε πίνακα με λεζάντα τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Φέτος το Τ στο μετάλλιο αναφέρονταν σε μια Τουρμαλίνη, που πλάσματα μαγεμένα τη βοήθησαν να πιστέψει ότι μπορεί να καταφέρει τις κορυφές που λαχταρά να πατήσει. Και τελικά τα κατάφερε!!!
P.S.






.png)









